ἀποδυσπετῶ

ἀποδυσπετῶ
ἀποδυσπετέω
desist through impatience
pres subj act 1st sg (attic epic doric)
ἀποδυσπετέω
desist through impatience
pres ind act 1st sg (attic epic doric aeolic)

Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες). 2014.

Игры ⚽ Нужно решить контрольную?

Look at other dictionaries:

  • αποδυσπετώ — ἀποδυσπετῶ ( έω) (Α) εγκαταλείπω κάτι λόγω ανυπομονησίας, χάνω την υπομονή μου. [ΕΤΥΜΟΛ. < απο * + δυσπετώ «δυσανασχετώ, δυστυχώ»] …   Dictionary of Greek

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”